Wednesday, January 30, 2008

Στρατής Δούκας

Η ιστορία ενός αιχμαλώτου
Στρατής Δούκας

Το αντιπολεμικό μήνυμα- ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας
Ο πόλεμος παρουσιάζεται όχι στην επική του διάσταση αλλά ως βασικός υπεύθυνος της απώλειας χιλιάδων ατόμων και του εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο Συγγραφέας καταγγέλλει τον πόλεμο και τη φρίκη που αυτός προκαλεί, παρουσιάζοντας τις συνέπειες του κυρίως στον άμαχο πληθυσμό. Ο αφηγητής μάλιστα δε στέκεται μεροληπτικός, αλλά σε αρκετά σημεία του έργου πέρα από την αγριότητα των εχθρών, δείχνει την ανθρωπιά τους αλλά και τη δική τους πλευρά. Μέσα από το έργο καταδεικνύεται πως ο πόλεμος ήταν αυτός που όξυνε τα μίση μεταξύ των λαών, ο πόλεμος ήταν αυτός που οδήγησε σ’ αυτές τις σκηνές αγριότητας και καταρράκωσης των ανθρωπιστικών αξιών. Στο κείμενο δεν υπάρχει το ηρωικό στοιχείο, δεν κατανέμονται ευθύνες, δεν διερευνούνται τα αίτια του πολέμου. Το έργο εξάλλου είναι αφιερωμένο «στα κοινά μαρτύρια των λαών»

Το ύφος
Λιτό- απλό
Βασικά χαρακτηριστικά η λιτότητα και εκφραστική καθαρότητα. Η αφήγηση μένει μόνο στα γεγονότα, όπως ο καθημερινός προφορικός λόγος, απουσιάζουν τα σχήματα λόγου και οι ωραιοποιημένες φράσεις. Ο περιεκτικός και αφαιρετικός λόγος , η γρήγορη αφήγηση που αποσιωπά αρκετά συμβάντα, και κυρίως η έλλειψη γλαφυρών, μελοδραματικών αναλύσεων της ψυχολογίας των ηρώων, η οποία φαίνεται αδρά και παραστατικά μέσα από τα γεγονότα , δίνουν πράγματι την εικόνα ενός έργου που, όπως πράγματι είναι (αλλά και θέλει ο συγγραφέας να ακολουθήσει), αποτελεί την καταγραφή μιας προφορικής αφήγησης ενός απλού ανθρώπου.

Η Γλώσσα
Η γλώσσα προσπαθεί και αυτή να διατηρήσει το καθημερινό, λαϊκό, χαρακτήρα της αφήγησης. Να πείσει και αυτή για την λαϊκή καταγωγή του έργου. Έτσι, είναι γεμάτη από ιδιωματικές φράσεις και τούρκικες λέξεις, απουσιάζει ο μακροπερίοδος λόγος προτιμάται η παρατακτική σύνδεση και η φυσική ροή της ομιλίας. Στους διαλόγους μάλιστα ακολουθείται πολλές φορές και η μικρασιατική σύνταξη, όπου το ρήμα μπαίνει στο τέλος της πρότασης. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός καθημερινού λόγου , αφού η επέμβαση του συγγραφέα έχει αφαιρέσει τις επαναλήψεις, τα χάσματα και τις υπερβολές.

Προφορική αφήγηση/ λογοτεχνικότητα
Ο συγγραφέας προσπαθεί και καταφέρνει να σταθεί ανάμεσα και να συνυπάρξει δυο διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία μεριά θέλει να παρουσιάσει το έργο του ως καταγραφή της προφορικής αφήγησης του ίδιου του ήρωα. Να κρατήσει δηλαδή τον λαϊκό χαρακτήρα της αφήγησης. Έτσι και η γλώσσα και το ύφος πλησιάζουν πολύ σ’ αυτό που λέμε «προφορικός λόγος», αλλά και η παραστατικότητα και η ζωντάνια της αφήγησης μας πείθουν για τον αυτοβιογραφικό της χαρακτήρα σε πρώτο επίπεδο. Απ’ την άλλη μεριά όμως, η επέμβαση του συγγραφέα, λογοτέχνη, είναι εμφανής. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου ότι ο Δούκας δουλεύει την ιστορία 50 χρόνια. Στη διάρκεια των οποίων εκδίδει κάθε φορά μια πιο τελειοποιημένη μορφή της Ιστορίας του. Είναι σίγουρο λοιπόν ότι ο συγγραφέας μας έχει αλλάξει το ρυθμό της αφήγησης κάνοντας την πιο αργό και άνετο, έχει αφαιρέσει τις επαναλήψεις και τις υπερβολές του προφορικού λόγου, έχει μοιράσει τα γεγονότα σε τέσσερα κεφάλαια με αυτοτέλεια και ενότητα, έχει μοιράσει τα αφηγηματικά μέρη με τα διαλογικά κρατώντας μια ισορροπία , προσπαθώντας να κρατήσει την αγωνία του αναγνώστη μέχρι το τέλος της ιστορίας του. Επίσης στήνει την ιστορία του στη βάση των αντιθέσεων και της δραματικής κορύφωσης. Οι «κακοί» και οι «καλοί» Τούρκοι, οι δύο ήρωες, η κλιμάκωση από τους πολλούς στον ένα, η λύτρωση στο τέλος είναι σημάδια της επέμβασης του λογοτέχνη στην ιστορία.

Η αφήγηση
Ο αφηγητής.
Αν βγάλουμε από το έργο την τελευταία του φράση : « σαν τελείωσε να μου διηγείται του είπα : Βάλε την υπογραφή σου. Κι εκείνος υπέγραψε : Νικόλας Κοζάκογλου»
ο αφηγητής μας είναι δραματοποιημένος και ομοδιηγητικός. Συμμετέχει στα γεγονότα ως πρωταγωνιστής της αφήγησης, η οποία γίνεται σε πρώτο πρόσωπο.
Αν θεωρήσουμε και την τελευταία φράση μέρος της ιστορίας, τότε ο αφηγητής μας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας και το γεγονός της αφήγησης αποτελεί η καταγραφή της ιστορίας του Ν. Κοζάκογλου η οποία έτσι παίρνει το χαρακτήρα μιας μεγάλης εγκιβωτισμένης αφήγησης.
Πάντως είναι καλύτερο να θεωρήσουμε την τελευταία φράση, έξω από την ιστορία, ως σημείωση του συγγραφέα, γιατί μόνο έτσι η ιστορία του αιχμαλώτου αποκτά αυτοτέλεια.
Η εστίαση: εσωτερική. Ο αφηγητής μας ξέρει όσα και οι ήρωες.
Οι χρόνοι της αφήγησης.
Επιτάχυνση: ελάχιστα είναι τα περιγραφικά μέρη ενώ η αφήγηση επιταχύνεται και αρκετά γεγονότα παραλείπονται (περίληψη, έλλειψη). Το χρονικό διάστημα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα εκτείνεται σε ένα περίπου έτους «κρυβόμουν ένα χρόνο»
Σκηνές: σε πολλά σημεία του διαλόγου έχουμε την καταγραφή διαλόγων.
Αναδρομές/ προδρομές: ο αφηγητής προσπαθεί να διατηρήσει τη σειρά των γεγονότων χωρίς να αλλάζει τη σειρά τους.

Η αποστασιοποίηση του συγγραφέα.
Ο Δούκας παρότι είναι και αυτός Μικρασιάτης και έχει ζήσει από κοντά τον πόνο της μικρασιατικής καταστροφής και ακόμα έχει δουλέψει πάνω στη λαϊκή τέχνη και έχει ζήσει «χέρι χέρι με το λαό» κατά δική του δήλωση, προσπαθεί να κρατηθεί μακριά από τα γεγονότα της ιστορίας του. Έτσι δηλώνει ξεκάθαρα ότι το βίωμα δεν είναι δικό του και μάλιστα αναφέρει και το όνομα του ήρωα και το γεγονός της υπογραφής του κειμένου για να μας πείσει και για τη ρεαλιστικότητα της ιστορίας του αλλά και να αποστασιοποιηθεί από την αφήγηση κρατώντας μακριά τα προσωπικά του αισθήματα.

Μίλτος Σαχτούρης

Ο ελεγκτής
Μίλτος Σαχτούρης

Γενικά χαρακτηριστικά του ποιητή
Υπερρεαλισμός. Ο Σαχτούρης ανήκει στους νεοϋπερρεαλιστές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Αντλεί και αυτός εικόνες απ’ το ασυνείδητο, εικόνες παράλογες και ανατρεπτικές, με τις οποίες προσπαθεί να ανατρέψει την πραγματικότητα. Οι υπερρεαλιστικές του εικόνες στηρίζονται σε αρχετυπικούς συμβολισμούς, (ουρανός- ο χώρος του ιδεατού) ή σε δυνατές παρομοιώσεις (ο ποιητής – πουλί). Σε σχέση όμως με το ρεύμα του υπερρεαλισμού όπως το ξέρουμε από τους πρώτους ποιητές του μεσοπολέμου ο Σαχτούρης και οι σύγχρονοί του έχουν να παρουσιάσουν σημαντικές διαφορές τόσο στη θεματολογία όσο και στην τεχνοτροπία. Επηρεασμένοι από τα γεγονότα του παγκοσμίου πολέμου , της κατοχής και του εμφυλίου αποκτούν μια τραγική αίσθηση της ζωής. Λείπει από αυτούς η αισιοδοξία και η ευφορία και κυριαρχεί ο φόβος , ο φρικτός πόνος ο θάνατος.
Όσον αφορά τη μορφή οι νεοϋπερρεαλιστές δεν αναζητούν στην «καινούρια» λέξη την έκπληξη, δεν αλλάζουν το περιεχόμενο των λέξεων, δεν προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο μέσα από τη γλώσσα αλλά στα ποιήματά τους οι λέξεις διατηρούν το κυριολεκτικό τους νόημα και γίνονται το μέσο για να εκφραστεί η εφιαλτική εκδοχή της πραγματικότητας. Τέλος ο Σαχτούρης δεν καταφεύγει στη λογική αποδιάρθρωση του ποιήματος μέσω ελεύθερων συνειρμών αλλά παρακολουθούμε μια αφηγημένη ιστορία που οριοθετείται συχνά με έναν επιγραμματικό τίτλο (ο ελεγκτής, ο εφιάλτης, η πόρτα) και στην οποία οι εικόνες προσπαθούν να αποδώσουν το προσωπικό εφιαλτικό όραμα. Κάθε ποίημα είναι μια μικρή ιστορία που μέσα από τρία ή τέσσερα αλλεπάληλα επεισόδια – εικόνες εκφράζει κάποιο μήνυμα.
Εξπρεσιονισμός. Βασικά πρόκειται για εικαστικό ρεύμα (κυρίως στη ζωγραφική). Οι εξπρεσιονιστές επηρεασμένοι από την εφιαλτική εποχή εκφράζουν την προσωπική τους φρίκη με έντονες εικόνες, δυνατά χρώματα και εκφραστικές παραμορφώσεις. Στο ίδιο πνεύμα και ο Σαχτούρης γεμίζει την ποίησή του με έντονα χρώματα που αποτελούν σύμβολα (κόκκινο- φόνος, μαύρο-σκοτάδι, λευκό-ερημιά), και μέσα από τις παραμορφωμένες, εφιαλτικές του μορφές προσπαθεί να εκφράσει τον δικό του πόνο που του προκαλεί η πραγματικότητα. Τα ποιήματά του είναι κραυγές!
Ρεαλισμός. Ο Σαχτούρης προσπαθεί να αποδώσει την εποχή του. Παρακολουθεί τη δοκιμασία του μεταπολεμικού ανθρώπου. Νιώθει υπεύθυνος για την πραγματικότητα που βιώνει και το χρέος αυτό αποτελεί έμπνευση , αφορμή αλλά και το περιεχόμενο της ποίησής του. Στόχος του όμως δεν είναι τα συγκεκριμένα βιώματα αλλά θέλει να αποδώσει καθολικότητα και διαχρονικότητα στην έκφρασή του. Ο εφιάλτης του γίνεται ένας διαρκής εφιάλτης χωρίς θεραπεία.
Περιεχόμενο: διαρκής ανακύκλωση της εφιαλτικής εμπειρίας. Υπάρχουν μόνο κάποια αισιόδοξα μηνύματα όπως η παρουσία του φωτός, η επιδίωξη του ουρανού, η θεραπεία των πληγών, η ποίηση.
Μαύρο χιούμορ και σαρκασμός με τα οποία προσπαθεί να ξορκίσει το κακό. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τα ποιήματά του ως ξόρκια, σαν τις αφρικάνικες μάσκες, οι οποίες είναι εσκεμμένα τρομακτικές αφού έχουν αποτρεπτικό σκοπό.
Το παράλογο είναι βασικό στοιχείο της ποίησής του
Μέσα:
• Η ταχεία διαδοχή των εικόνων
• Η επανάληψη σε μορφή παραληρήματος
• Το καθημερινό, λιτό λεξιλόγιο χωρίς εκζήτηση
• Η μέγιστη δυνατή συμπύκνωση
• Σταθερή θεματολογία
• Αντιστροφή (ή παραποίηση): παρουσιάζει τα πράγματα όπως τα βλέπει να είναι και όχι όπως είναι ή όπως τα βλέπουμε σήμερα

Η συλλογή: τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο.
Τα αντικείμενα περνούν με τη δύναμη του υποσυνείδητου από τον πραγματικό στον ονειρικό κόσμο, χάνουν τις συγκεκριμένες τους διαστάσεις, γίνονται «φάσματα», σύμβολα , φορτίζονται με ιδιότητες που τους δίνει η φαντασία του ποιητή. Η νέα πραγματικότητα όμως δεν διακρίνεται από την αντικειμενική , τα φάσματα είναι το ίδιο πραγματικά με τα υλικά αντικείμενα.
Η χαρά είναι η χαρά που πηγάζει από την ικανοποίηση της βίωσης ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ποίησης, των πνευματικών αγαθών.
Ο άλλος δρόμος είναι ο νέος ποιητικός- φανταστικός τόπος. Η ποιητική φαντασία διπλασιάζει τον κόσμο, δημιουργεί «φάσματα» και έρχεται να φωτίσει την εφιαλτική ή την ονειρική τους διάσταση.

Το ποίημα
Θέμα του ποιήματος είναι το χρέος του ποιητή να περιφρουρεί τις υψηλές αξίες και να οδηγεί τους ανθρώπους στον πνευματικό κόσμο.

Τρεις εικόνες
O ουρανός ένας μπαξές(= κήπος) γεμάτος αίμα και λίγο χιόνι
Οι υπερρεαλιστικές εικόνες στηρίζονται στο απρόοπτο, την ανατροπή που επιτυγχάνονται πολλές φορές , όπως και στην περίπτωσή μας, με «περίεργες» συνειρμικές παρομοιώσεις. Ο ουρανός είναι σαν ένας μπαξές γεμάτος όμως από αίμα και λίγο χιόνι. Χρωματικά θα δημιουργεί μια ισχυρή αντίθεση ανάμεσα στο άσπρο και στο κόκκινο, με κυρίαρχο βέβαια το δεύτερο.
Ο ουρανός στην ποίηση του Σαχτούρη είναι βασικό σύμβολο. Συνδέεται με το χώρο που φυλάσσονται οι αξίες, τα πνευματικά αγαθά. Ο χώρος έξω απ’ τη σκληρή πραγματικότητα. Είναι ο άλλος δρόμος για τον οποίο διψάμε.
Ας μην το κρύβουμε
Διψάμε για ουρανό!
Ο κόσμος της μαγείας, της φαντασίας, της ποίησης , όπου ο ποιητής συλλέγει και περιφρουρεί «ότι καλό σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο κινδυνεύει»
Στο δικό μας ποίημα αυτός ο κόσμος είναι όμως γεμάτος αίμα και χιόνι. Κόκκινος και παγωμένος. Οι αξίες και τα ιδανικά στην εποχή του ποιητή έχουν καταρρακωθεί. Η πραγματικότητα του εμφυλίου έχει να δώσει μόνο αίμα και παγωνιά. Γιατί ο θάνατος κυριαρχεί. Έτσι:
Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
Είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα- ένα
στον ουρανό
το χιόνι έχει κι άλλες φορές σχέση με το θάνατο στον Σαχτούρη:
σαν παγοπώλης του θανάτου ο Θεός.
Ο κήπος έχει χρησιμοποιηθεί κι αυτός ως σύμβολο πάλι συνδεδεμένος με τον θάνατο:
Και κόκκινα τριαντάφυλλα ξάφνου
Φυτρώνανε
Για στόματα
Που ορμούσαν και τα ξέσκιζαν
Οι πεταλούδες- σκύλοι.

Ο κήπος
Ο ποιητής δεν μπορεί δημιουργώντας να ξεχάσει όλη αυτήν την καταστροφή. Χρέος του βέβαια είναι να αναζητά τις αξίες, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη. Ακόμα και σ’ αυτήν την εποχή που όλα έχουν ξεπέσει.
Χρέος του ποιητή είναι να διατηρεί φωτεινό τον ουρανό, να οδηγεί τους ανθρώπους σ’ αυτόν.

2η εικόνα : ο ποιητής σφίγγει τα λουριά του και ελέγχει τ’αστέρια!
Ο ποιητής λοιπόν μετεωρίζεται και ως άλλος «αλεξιπτωτιστής» ή μηχανοδηγός «εναερίτης» είναι επιφορτισμένος με την ευθύνη «πρέπει» του διαρκούς «πάλι» ελέγχου των αστεριών. Πρέπει να διατηρεί φωτεινά τα αστέρια , να διατηρεί την επικοινωνία των ανθρώπων με τον ουρανό. Το έργο του είναι ριψοκίνδυνο, χρειάζεται την επαγρύπνησή του , γι’ αυτό σφίγγει τα σχοινιά του, κινητοποιεί όλες τις δυνάμεις του, προετοιμάζεται για μια δύσκολη αποστολή. Η ποίηση όμως έχει το χρέος να λειτουργεί μέσα σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές, να ανοίγει δρόμους, να δείχνει το φως, να προσπαθεί να νικήσει το θάνατο.
Τα αστέρια στην ποίηση του Σαχτούρη είναι οι αξίες και τα πνευματικά αγαθά που στολίζουν τον ουρανό. Σ’ ένα άλλο ποίημά του είναι οι ψυχές των αγωνιστών που χάθηκαν υπερασπιζόμενοι τις ίδιες πάντοτε αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
Είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα- ένα
στον ουρανό

3η εικόνα
ο ποιητής σαν πουλί με σπασμένα φτερά
ο ποιητής μπορεί να πετάξει από την πραγματικότητα, να ξεφύγει με όπλο τη φαντασία από τον αισθητό κόσμο. Να βρεθεί έτσι στον ουρανό στο χώρο των πνευματικών αγαθών, σο χώρο της ποίησης. Έτσι δικαιολογείται και η παρομοίωσή του με πουλί. Και μάλιστα κληρονόμος πουλιών. Το «κληρονόμος» επιτείνει την έννοια του χρέους που έχουμε δει μέχρι τώρα, γιατί ο ποιητής δεν είναι μόνος του αλλά πρέπει να συνεχίσει την παράδοση των προηγούμενων ελεγκτών-ποιητών.
Έστω και με «σπασμένα φτερά». Τα φτερά του έχουν σπάσει από το θάνατο και την παγωνιά της εποχής.
Τούτη η εποχή
Του εμφυλίου σπαραγμού
Δεν είναι εποχή για ποίηση
και άλλα παρόμοια:
(Ν.Εγγονόπουλος)
ακόμα όμως κι έτσι ο ποιητής δεν πρέπει να δειλιάσει. Κομματιασμένος κι αυτός από τις συμφορές , τραυματισμένος από τη δυστυχία, πρέπει να βρει τη δύναμη να συνεχίσει το έργο του, να γράψει ποιήματα που θα επαναφέρουν την ελευθερία, την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη. Η υποχρέωση του είναι πιο μεγάλη σε δύσκολους καιρούς. Τότε δεν πρέπει να εφησυχάσει να εγκαταλείψει.


Χαρακτηριστικά του ποιήματος
Ρεαλισμός : αφόρμηση από την πραγματικότητα που ζει ο ποιητής : αίμα και χιόνι/ σπασμένα φτερά
Υπερρεαλισμός: εξωπραγματικές εικόνες, απρόοπτο, έκπληξη, συνύπαρξη εξωλογικού και πραγματικού κόσμου
Απουσία στίξης
Συνειρμικές παρομοιώσεις
Σύμβολα
Εξπρεσιονισμός: έκφραση της προσωπικής του φρίκης με έντονες εικόνες, δυνατά χρώματα και εκφραστικές παραμορφώσεις.
Το ποίημα ένας ζωγραφικός πίνακας: τρεις εκφραστικές εικόνες
Χρωματικές εναλλαγές
( ο κήπος – το κόκκινο αίμα – το άσπρο χιόνι – ο γαλάζιος ουρανός – τα χρυσά άστρα)
αντιποιητικές λέξεις- καθημερινό λεξιλόγιο: σφίγγω σχοινιά/ κληρονόμος/ μπαξές
ελλειπτικότητα- λιτό λεξιλόγιο: γλωσσική απλότητα. Κυριαρχούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά. Έτσι ο λόγος του παραμένει μεστός, ουσιαστικός , χωρίς στολίδια, διακρίνεται από πυκνότητα και βάθος.
Αυτοαναφορικότητα: το ποίημα ασχολείται με το χρέος του ποιητή σε δύσκολους καιρούς.
Εναλλαγή εικόνων
Ύπαρξη συμβόλων: ο ουρανός, τα αστέρια, τα σπασμένα φτερά, το πουλί
Κώστας Καρυωτάκης
Μικρή ασυμφωνία σε Α μείζον

Γενικά χαρακτηριστικά του ποιητή


Α) Απογοήτευση. Επηρεασμένος από τη γαλλική ποίηση και κυρίως από τον Μπωντλαίρ. (Είχε μεταφράσει και άλλους Γάλλους ποιητές). Στα Νηπενθή κυριαρχούν τα μοτίβα του χαμένου Ονείρου και του Χρόνου. Ο Καρυωτάκης δέχεται ότι στον κόσμο επικρατεί η υποκρισία και η μοχθηρία και ότι ο ποιητής δεν μπορεί να βρει θέση πουθενά σ’ αυτόν τον «χαμηλό» κόσμο. Οι πραγματικοί ποιητές είναι «καταραμένοι» να δημιουργούν μέσα σ’ αυτήν τη δυστυχία. Αντιτιθέμενοι στις κοινωνικές συμβάσεις προσπαθούν να ανακαλύψουν με την τέχνη τους έναν κόσμο μαγικό και ιδανικό. Γι’ αυτό και βιώνουν την μετριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, αισθάνονται ξένοι και εξόριστοι, γιατί βλέπουν ότι ο κόσμος δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει τα οράματά τους. Έτσι κι ο Καρυωτάκης διακρίνεται από απογοήτευση, διάθεση φυγής, πικρία και απαισιόδοξη στάση.
Β) Σαρκασμός και αυτοσαρκασμός. Στην ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες παρατηρείται μια στροφή. Όσα έχει θρηνήσει θα γίνουν αντικείμενο σαρκασμού. Ο Καρυωτάκης επηρεασμένος από τους Fantaisistes του Βιγιόν , του ποιητή που γελούσε κλαίγοντας, αφήνει το θρήνο για το χαμένο όνειρο, αποδέχεται το αναπότρεπτο και ως τελευταίο όπλο κρατά τον σαρκασμό και κυρίως τον αυτοσαρκασμό
Γ) Κοινωνική κριτική. Μέσα σ’ αυτή τη βιοθεωρία εντάσσεται και η κοινωνική κριτική που περνάει στα ποιήματά του. Στο στόχαστρό του βρίσκεται η υποκρισία, ο αριβισμός, η κακία, η εκμετάλλευση, η μοχθηρότητα. Ο ποιητής νιώθει πνιγμένος σ’ αυτά τα πλαίσια, επαναστατεί μέσω της ποίησής του. Είναι βέβαια και συνδικαλιστής αλλά με μικρή καριέρα.
Εξέφρασε με ενάργεια την αδυναμία του απαιτητικού ανθρώπου να προσαρμοσθεί σε έναν κόσμο ηλίθιο και πληκτικό, όπως ήταν η κοινωνία της εποχής του -- και όπως εξακολουθεί βεβαίως να είναι. «αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο» «κάθε πραγματικότητα μου είναι αποκρουστική».
Δ) Καταφύγιο η ποίηση. Ο Καρυωτάκης είναι ένας αυτοαναφορικός ποιητής. Τα μισά σχεδόν ποιήματά του έχουν σχέση με την ποιητική πράξη και γενικότερα την καλλιτεχνική δημιουργία. Γι’ αυτόν η ποίηση είναι «το καταφύγιο που φθονούμε» Αναζητά στην ποίηση τη λύτρωση από τους εφιάλτες του αλλά τελικά κεντρικός άξονας της ποίησής του θα γίνει ο θάνατος.
Ε) Βασικά μοτίβα : απογοήτευση, πικρία, ειρωνεία, αυτοσαρκασμός, πεζολογική διάθεση, ρεαλιστική ματιά
Στ) Μορφή. Τα ποιήματά του διακρίνονται από μετρική αρτιότητα. Χρησιμοποιεί τις περισσότερες φορές την ομοιοκαταληξία. Δουλεύει πάρα πολύ τον στίχο του, προσπαθεί να συνδυάσει περιεχόμενο και μορφή.

Το ποίημα
Γενικά
Μπροστά μας έχουμε έναν ποιητικό αγώνα. Έναν διαγωνισμό.
«ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει»
«μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο»
από τη μια μεριά να βάλει της ζυγαριάς»
Υπάρχει μια παράδοση στη λογοτεχνία τέτοιων αγώνων. Από την αρχαιότητα ξέρουμε τον αγώνα Ομήρου Ησιόδου, αλλά ο πιο γνωστός , που αυτόν σίγουρα έχει στο μυαλό του ο Καρυωτάκης (από τη σκηνή της ζυγαριάς) είναι ο αγώνας Αισχύλου Ευριπίδη που σκηνοθετεί ο Αριστοφάνης στην κωμωδία του Βάτραχοι. Εκεί ο Διόνυσος γίνεται ο κριτής μεταξύ των δύο ποιητών. Στο δικό μας ποίημα ο αγώνας δίνεται από τη ματιά του ενός διαγωνιζόμενου, του Καρυωτάκη. Ενώ ο κριτής τελικά αποδεικνύεται ο Χρόνος, ο οποίος θα επιτρέψει στο κοινό να ξεκαθαρίσει ποιος είναι ο πραγματικός ποιητής. Για την ώρα αυτός που κρίνει και κατατάσσει τους ποιητές είναι η κοινωνική τους συμπεριφορά και η αποδοχή που έχουν στον κόσμο εξαιτίας των δημοσίων σχέσεων και όχι της ποιητικής τους ικανότητας.

Ο τίτλος.
Μικρή Ασυμφωνία εις Α μείζον
Βασικό μοτίβο του ποιήματος είναι η ειρωνεία. Ο τίτλος δε θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή τη διάθεση του ποιητή.
Μικρή: ο Καρυωτάκης αν και θεωρεί τη διαφορά μεταξύ του ιδίου και του Μαλακάση μεγάλη , την αποκαλεί μικρή ,γιατί γνωρίζει ότι για τους υπόλοιπους τα σημεία της διαφοράς που αυτός προβάλλει αυτοί τα θεωρούν αμελητέα.
Ασυμφωνία: πράγματι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ασυμφωνία, με την έννοια της αντιδιαστολής των δύο ποιητών. Από τη μια μεριά έχουμε τη δόξα, την κοινωνική σύμβαση, τον καθωσπρεπισμό και από την άλλη ο Καρυωτάκης είναι συνδεδεμένος με το περιθώριο, την ειλικρίνεια και την πραγματική τέχνη.
Η ασυμφωνία όμως θυμίζει και το μεγάλο σε έκταση (άλλη μια ειρωνική νύξη σε συνδυασμό με το επίθετο «μικρή») μουσικό έργο : τη συμφωνία. Σ’ αυτήν τη μουσική οπτική γωνία μας οδηγεί και το σχόλιο «εις Α μείζον» που είναι μουσικός όρος. Το α το στερητικό (στο α-συμφωνία) έρχεται κι αυτό να ανατρέψει τα καθιερωμένα. Να μην συμφωνήσει σε όσα γίνονται κοινωνικώς αποδεκτά.
Εξάλλου η πρώτη κρίση : μεγάλος ο Μαλακάσης και μικρός ο Καρυωτάκης θα έρθει σε ασυμφωνία με την τελική κρίση που θα κάνει ο χρόνος που θα καταξιώσει τον ποιητή μας.
Εις Α μείζον: το ποίημα είναι στιχουργημένο ολόκληρο σε ομοιοκαταληξία που ξεκινά από α: -άση, -άλο, -άσας, -άει….. . μπορούμε βέβαια να υπογραμμίσουμε και το επιφώνημα Α που κυριαρχεί στο ποίημα. Η λέξη «μείζον» έρχεται και αυτή σε αντίθεση με το «μικρή» επιτείνοντας τον σαρκασμό.
Η Α μείζον είναι στην μουσική ορολογία η μείζον κλίμακα του Λα.
Γενικά. Από τον τίτλο ο ποιητής μας κατευθύνει ότι θα παρακολουθήσουμε μια «ασυμφωνία» , μια διαφορά , μια σύγκρουση δυο μελών που δεν συμφωνούν σε τίποτα μεταξύ τους. Μια διαφωνία όμως όχι πολύ σημαντική , όχι γιατί δεν «είναι» αλλά γιατί δεν «φαίνεται» τέτοια στο πλατύ κοινό.


Η ασυμφωνία
Α) Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης
Αυτό που προβάλλεται ως χαρακτηριστικό του Μαλακάση είναι η κοινωνική του στάση και πρακτική. Από μόνη της αυτή η επιλογή είναι δείγμα της στάσης που κρατά ο Καρυωτάκης απέναντι στην ποίηση του Μαλακάση: δεν είναι άξια ούτε καν αναφοράς. Μάλιστα ο Καρυωτάκης πιστεύει ότι ο ίδιος ο Μαλακάσης δίνει μεγαλύτερη σημασία στην εικόνα του ως κοινωνικού προσώπου παρά ως ποιητή. Και αυτήν την υποκρισία και την ψευτιά έρχεται να στηλιτεύσει με το ποίημά του. Έτσι τον αποκαλεί δυο φορές «κύριε, κύριε» , ίσως για να ειρωνευτεί τις προσφωνήσεις προς τους επισήμους που γίνονται στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Απομονώνει τον επίπλαστο καθωσπρεπισμό του «τους τρόπους, το παράστημά σας, το θελκτικό μειδίαμά σας» , τους τρόπους δηλαδή που υιοθετούμε για να γίνουμε αρεστοί στον κοινωνικό περίγυρο. Προβάλλει ακόμα και το monocle του ποιητή , αντικείμενο που δίνει την εντύπωση ενός αριστοκράτη αλλά και μορφωμένου ανθρώπου, για να τονίσει τη σημασία που έδινε ο Μαλακάσης στο φαίνεσθαι, στην εικόνα του. Γι’ αυτό και η «περιποιημένη φάτσα». Και τέλος αναφέρεται στην προσπάθεια που κάνουν όλοι αυτοί οι κοσμικοί κύριοι να απομονωθούν από τον απλό λαό. Γι’ αυτό και η «υπεροπτική γκριμάτσα» και η συναναστροφή με όσους «μοιάζουν αριστοκράται». Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι το ποίημα γράφτηκε με αφορμή ένα επεισόδιο μεταξύ του Καρυωτάκη και του Μαλακάση: σε μια εκδήλωση με ομιλητή τον δεύτερο ο Καρυωτάκης προσπάθησε να τον χαιρετήσει, να τον συγχαρεί αλλά ο Μαλακάσης δεν του έδωσε σημασία.

Η ειρωνική διάθεση του ποιητή που είναι ευδιάκριτη φανερώνει και την πραγματική στάση του Καρυωτάκη απέναντι στον Μαλακάση. Πίσω από την εμφάνιση κρύβεται το κενό. Ο Μ. είναι ένας αλαζονικός, ακατάδεχτος, φιλάρεσκος, υποκριτής, προσκολλημένος στην εμφάνιση. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται ένας κενός άνθρωπος και επομένως και ένας κενός ποιητής. Η ποίησή του ασχολείται με εντυπωσιακά , επιφανειακά θέματα, εύπεπτα που στόχο έχουν την αποδοχή του κοινού και όχι την έκφραση της πραγματικής συναισθηματικής ανησυχίας του ποιητή.

Β) Ο Καρυωτάκης
Από την άλλη μεριά της ζυγαριάς ο Κ. τοποθετεί τον εαυτό του, ένα άλλο ποιητή. (άλλη μια ένδειξη για τον ποιητικό χαρακτήρα της αναμέτρησης). Φαινομενικά μπροστά μας έχουμε έναν αυτοεξευτελισμό του ποιητή. Φαίνεται να μην έχει καθόλου εκτίμηση στο πρόσωπο και στο έργο του. Όμως, ο ειρωνικός χαρακτήρας του ποιήματος και η μέχρι τώρα στάση απέναντι στον Μαλακάση καθώς και ο τελευταίο ερώτημα: «ποιος τελευταίος θα γελάσει;» δείχνουν ότι ο Καρυωτάκης έχει επίγνωση της ποιητικής του δεινότητας, της υπεροχής του απέναντι στον Μαλακάση και ότι πίσω από τους χαρακτηρισμούς που αποδίδει στον εαυτό του « μισητό σκήνωμα, κύμαβαλον, βάζον» κρύβονται οι απόψεις για τον ίδιο που είχαν η κοινωνία αλλά και η κριτική εκείνη την εποχή, τις οποίες ο Καρυωτάκης ειρωνεύεται για την έλλειψη διορατικότητας αλλά και για την προσκόλλησή τους στην επιφάνεια. Έτσι ο ποιητής μας χαρακτηρίζεται ως:
«σκήνωμα μισητό» δεν είναι γνωστός και αποδεκτός. Μάλιστα η ποίησή του έχει σχέση με το θάνατο (σκήνωμα)
«θανάτου άθυρμα» , παιχνίδι του θανάτου: η ποίησή του είναι πεσιμιστική
«συντριμμένο βάζον», άχρηστος, κομματιασμένος. Λέγεται ότι η έκφραση είναι παρμένη από το ποίημα του Γάλλου ποιητή Πρυντόμ «La vase brize», «το ραγισμένο βάζο». Αν είναι έτσι, και εδώ τα χαρακτηριστικά του Καρυωτάκη δίνονται με ποιητικούς όρους κάτι που κάνει τη σύγκριση των δύο ανδρών περισσότερο ποιητική.
«Κύμβαλον αλαλάζον», μουσικό κρουστό όργανο, που εκπέμπει εντυπωσιακούς ήχους χωρίς νόημα= ένας ποιητής που μόνο φωνάζει τα συναισθήματά του αλλά στην πραγματικότητα είναι κενός.

Το κριτήριο
Ο Καρυωτάκης δέχεται στην αρχή ειρωνικά ότι δεν μπορεί να βρεθεί ένα κριτήριο για τους δύο , «μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο, ίδια τον ένα και τον άλλο;». Είναι τέτοια η διαφορά τους που δεν μπορεί να βρεθεί ένα μέτρο σύγκρισης. Η ασυμφωνία τους όμως είναι κοινωνική και εκεί πράγματι τα μεγέθη είναι ανόμοια και επομένως και η σύγκριση περιττεύει. Έτσι λοιπόν με κριτήριο την κοινωνική αποδοχή ο αγώνας είναι μάταιος. Υπάρχει όμως κάτι κοινό και αυτό είναι η ποίηση. Μόνο που τώρα η ποίηση έχει χαθεί γιατί ο κόσμος δίνει σημασία στο φαίνεσθαι και όχι στην ουσία. Ο Χρόνος λοιπόν που θα είναι ο τελικός κριτής θα αναδείξει την αξία του νικητή. Γιατί με τον χρόνο θα ξεχαστούν όλα τα υπόλοιπα και το μόνο που θα μείνει από τους ποιητές είναι το έργο τους.

Το αποτέλεσμα
Νικητής σίγουρος βγαίνει ο Καρυωτάκης. Το τελευταίο ερώτημα «ποιος τελευταίος θα γελάσει;» δείχνει ξεκάθαρα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν στο μέλλον και αυτός που γνωρίζει τώρα τη δόξα θα πέσει στην αφάνεια ενώ ο άγνωστος ποιητής εκείνης της εποχής θα αναγνωριστεί και από τους ομότεχνούς του αλλά και από το κοινό. Ο Καρυωτάκης είναι σίγουρος για την ικανότητά του αλλά και με διορατικότητα ξέρει ότι τελικά αυτός θα κερδίσει και όχι ο Μαλακάσης.

Μορφικά στοιχεία
Γλώσσα : το λεξιλόγιο του Καρυωτάκη χαρακτηρίζεται καθημερινό, πεζολογικό.
Δείγμα της ρεαλιστικής του ποίησης. ( γκριμάτσα, monocle, βροντήσω, πλάστιγγα). Απ’ την άλλη μεριά έχουμε αρκετές λόγιες λέξεις (κύμβαλον, αλαλάζον, αριστοκράται, άθυρμα) και λόγιες καταλήξεις (βάζον) που ενισχύουν τον ειρωνικό τόνο του ποιήματος. Εξάλλου η καθαρεύουσα εκείνη την εποχή ήταν ένα ακόμα δείγμα καθωσπρεπισμού.
Επίσης μπορούμε να διακρίνουμε το ποίημα και γλωσσικά σε δύο μέρη. Το κομμάτι που αναφέρεται στον ίδιο το Καρυωτάκη (στιχ 16-18) αυτονομείται από το υπόλοιπο και γλωσσικά. Στο ένα μέρος τύποι καθαρευουσιάνικοι και της δημοτικής συμπλέκονται με κωμικά αποτελέσματα , ακόμα και τύποι της λαϊκής αργκό «φάτσα», και ξένες λέξεις που γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες (η γνώση μιας ξένης γλώσσας και μάλιστα της γαλλικής ήταν και αυτό απόδειξη κοινωνικής ανέλιξης). Αυτό το συνονθύλευμα θέλει να δείξει την προσπάθεια όλων αυτών που χωρίς πραγματικές βάσεις προσπαθούν να αποδείξουν ακόμα και με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν το κοινωνικό τους ύψος , που βέβαια μπορούν να κοροϊδέψουν μόνο τους ανίδεους. Στο δεύτερο μέρος , το οποίο είναι πιο λακωνικό, τέσσερις χαρακτηρισμοί χωρίς φλυαρίες, η γλώσσα αποκτά ένα σοβαρό τόνο που της προσδίδουν οι ευαγγελικές ρήσεις (σκήνωμα, κύμβαλον αλαλάζον) ,ένδειξη και αυτή της σημασίας του Καρυωτάκη έναντι του φλύαρου Μαλακάση.

Στίχος
Εισαγωγικά
Ιαμβικό μέτρο: άτονη- τονισμένη συλλαβή, ( υ - / υ -)
Α κύ / ριε κύ/ ριε Μα/ λα κά/ ση
Τροχαϊκό μέτρο: τονισμένη – άτονη συλλαβή ( - υ / - υ)
Ό σοι / μοιά ζουν/
Μεσοτονικό μέτρο: άτονη – τονισμένη – άτονη, άτονη – τονισμένη- άτονη (υ – υ, υ- υ)
Να βλ έπε, τε μ όνο, στο πλά ι

Το ποίημα είναι γραμμένο σε μια στροφή σε ιαμβικούς εννεασύλλαβους.
Όμως μπορούμε να ανιχνεύσουμε τόσο τροχαϊκά μέτρα στιχ 10 και μεσοτονικά στιχ 8. Αυτό το γεγονός μαζί με τους συνεχείς διασκελισμούς αλλά και τα χασοτονίσματα {τονίζονται με γραμματικό τόνο δυο συνεχόμενες συλλαβές , έτσι ώστε στο μέτρο ο ένας τόνος να χάνεται} ( π.χ. μισητό σκήνωμα) έχει σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο του στίχου , το άκουσμα πολλών παρατονισμών βοηθώντας έτσι και στην ακουστική εντύπωση της ασυμφωνίας.
Ομοιοκαταληξία: ζευγαρωτή , πάντοτε αρχίζει από -α

Μορφική αρτιότητα
Δεν υπάρχουν χασμωδίες
Πλούσια στίξη
Πλούσια ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία
Στίχος ιαμβικός εννεασύλλαβος
( οι παρατονιμσοί είναι εσκεμμένοι)
το λεξιλόγιο καθημερινό με λόγια στοιχεία που έχουν στόχο και τα δύο να προβάλλουν την ειρωνική διάθεση του ποιητή